27540 33333 info@psichogios.estate

ΣΥΜΒΟΥΛΟΙ ΑΚΙΝΗΤΩΝ | ΑΝΑΠΤΥΞΗΣ ΓΗΣ | ΚΑΤΑΣΚΕΥΕΣ

H περιοχή της Ερμιονίδας

Tουριστικά Σημεία

To σπήλαιο Φράγχθι βρίσκεται στη Ν.Δ. Αργολίδα, στη βόρεια ακτή του κόλπου της Κοιλάδας. Κατοικήθηκε κυρίως κατά την Ανώτερη Παλαιολιθική (40-10.000 π.Χ.), τη Μεσολιθική (9-7.000 π.Χ.) και τη Νεολιθική περίοδο (7-3.000π.Χ.).

Στην Παλαιολιθική και Μεσολιθική το Φράγχθι υπήρξε καταφύγιο μετακινούμενων κυνηγών, τροφοσυλλεκτών και ψαράδων, οι οποίοι χρησιμοποιούσαν για τις καθημερινές τους ανάγκες εργαλεία φτιαγμένα από σκληρές και αιχμηρές πέτρες, όπως ο πυριτόλιθος και ο οψιανός. Η Μεσολιθική είναι ιδιαίτερα σημαντική για την ιστορία του σπηλαίου, καθώς συνδέεται  με κοινωνικές και οικονομικές μεταβολές. Πραγματοποιούνται οι πρώτοι ενταφιασμοί, τα ταξίδια ανοιχτής θαλάσσης και εμφανίζονται τα πρώτα δείγματα συστηματικής αλιείας.

Στη Νεολιθική, η κατοίκηση επεκτάθηκε εκτός του σπηλαίου, στον παρακείμενο υπαίθριο χώρο. Το μεγαλύτερο μέρος αυτού του οικισμού, το οποίο ονομάζεται Παραλία, είναι σήμερα καταβυθισμένο λόγω της ανόδου της θαλάσσιας στάθμης. Σπήλαιο και υπαίθριος χώρος αποτέλεσαν το χώρο δραστηριοτήτων μιας κοινότητας γεωργών και κτηνοτρόφων, η οποία διατηρούσε επαφές με πολλές περιοχές του νοτίου Αιγαίου. Οι κάτοικοι του οικισμού χρησιμοποιούσαν πλήθος λίθινων εργαλείων, όπως λεπίδες για δρεπάνια, μαχαιράκια, αιχμές βελών, μυλόπετρες, τσεκουράκια και αξίνες, αλλά και πολλά οστέινα, όπως αγκίστρια, σπάτουλες και σουβλιά. Πολλά είδη της καθημερινής τους εργαλειοθήκης δεν έχουν σωθεί λόγω του φθαρτού τους χαρακτήρα. Για την εξυπηρέτηση των καθημερινών τους αναγκών, οι κάτοικοι είχαν διαμορφώσει το εσωτερικό του σπηλαίου σε επιμέρους χώρους χρήσης, κάποιοι από τους οποίους περιείχαν λιθόστρωτα δάπεδα ή εστίες φωτιάς. Στον υπαίθριο χώρο, τα σπίτια τους ήταν απλές κατασκευές με λίθινη θεμελίωση, δάπεδα από πατημένο πηλό και τοίχους σοβατισμένους για μόνωση και καθαριότητα. Τόσο το σπήλαιο όσο και ο υπαίθριος χώρος χρησιμοποιήθηκαν κατά καιρούς και ως τόποι ενταφιασμού. Μία από τις καινοτομίες της περιόδου είναι η κατασκευή αγγείων και ειδωλίων από ψημένο πηλό. Κάποια από τα αγγεία έφεραν περίτεχνη πολύχρωμη διακόσμηση. Όπως οι προκάτοχοί τους, έτσι και οι Νεολιθικοί κάτοικοι του σπηλαίου φρόντιζαν για τον καλλωπισμό τους φτιάχνοντας κοσμήματα από απλά φυσικά υλικά, όπως τα θαλάσσια κοχύλια.

Κατά το μεγαλύτερο μέρος του 20ου αιώνα το σπήλαιο χρησιμοποιήθηκε ως εποχικό ποιμνιοστάσιο.

Αρχαιολογικές έρευνες στον οικισμό διενεργήθηκαν μεταξύ 1969-1979 από το Πανεπιστήμιο Ιντιάνα (Η.Π.Α.), υπό την αιγίδα της Αμερικάνικης Σχολής Κλασικών Σπουδών στην Αθήνα. Το πρόγραμμα ανάδειξης υλοποιήθηκε από την Εφορεία  Παλαιοανθρωπολογίας-Σπηλαιολογίας Νοτίου Ελλάδας.


Πέντε με έξι χιλιόμετρα βορειοδυτικά της Ερμιόνης, βρίσκεται το φαράγγι Καταφύκι (παραφθορά της λέξης καταφύγιο), όπου κατά τα βυζαντινά χρόνια, σε περιόδους ταραχών, κατάφευγαν οι κάτοικοι της Ερμιόνης. Σημειώνεται και στη Μυθολογία ως είσοδος στον Άδη, απ’ όπου ο Ηρακλής έβγαλε το φοβερό Κέρβερο και ο θεός Πλούτωνας οδήγησε στον Κάτω Κόσμο την κόρη της θεάς Δήμητρας, Περσεφόνη. Κατά το μεσαίωνα πίστευαν ότι η ομώνυμη σπηλιά οδηγούσε στην Κόλαση και απ’ αυτήν μπαινόβγαιναν τα κάθε λογής δαιμόνια και ξωτικά, στοιχειά που δυσκόλευαν τη ζωή των περαστικών.
Βράχοι, σπηλιές, πλούσια βλάστηση και το εκκλησάκι του Αϊ-Νικόλα του Νεομάρτυρα, που εορτάζει στις 9 Μαΐου, χτισμένο το 1740, συνθέτουν τοπίο απαράμιλλης ομορφιάς. Το παλαιό ιστορικό γεφύρι οδηγεί, μέσα από μια μαγευτική διαδρομή με πεύκα και τρεχούμενα νερά, τα Παπούλια, στο γραφικό γειτονικό χωριό Φούρνοι.


Το Ενετικό Κάστρο της Θερμησίας είναι κτισμένο στον επιβλητικό βράχο ύψους 292μ. απέναντι από την λιμνοθάλασσα της Θερμησίας στην είσοδο του χωριού που μαζί με εκείνο της Ερμιόνης υπήρξαν τα ισχυρότερα φρούρια στην εποχή της Φραγκοκρατίας. Από τα οικοδομήματα που σώθηκαν υποθέτεται ότι κτίστηκε το 12ο αιώνα από τους Ενετούς. Πρώτη αναφορά του συναντάμε στη διαθήκη του φράγκου ηγεμόνα Gautier το 1347. Σχεδόν σαράντα χρόνια αργότερα θα καταληφθεί από το Θεόδωρο Παλαιολόγο και θα παραμείνει στην κατοχή του ως το 1394 που το παρέδωσε στους Βενετούς. Το 1537 ο Κασσίμ πασάς γίνεται κυρίαρχος του κάστρου μετά από συνθηκολόγηση των υπερασπιστών του. Το 1686 το κάστρο που ήταν σημαντικό γιατί προστάτευε τις αλυκές στη λιμνοθάλασσα θα καταληφθεί από τους Ενετούς και θα παραμείνει στην κατοχή τους ως το 1715, όταν και το ανατίναξαν πριν το παραδώσουν στους Τούρκους για δεύτερη φορά.(Σαραντάκης Πέτρος)

Η πύλη του δε σώζεται αλλά διατηρείται το μεγαλύτερο τμήμα του τείχους, χωρίς επάλξεις, με 10 περίπου πολεμίστρες. Πίσω από το τείχος αυτό διακρίνεται μια θολωτή δεξαμενή. Στο ανατολικό οχυρωμένο ύψωμα του κάστρου σώζεται ο βόρειος τοίχος και μικρό μέρος του ιερού από βυζαντινό ναΐσκο κτισμένο μέσα στο 14ο αιώνα.

Η πρόσβαση στο κάστρο είναι εύκολη (Θερμησία, 2010; Γκάτσος, 2001; Ησαΐας, 1996).  


Η αρχαία πόλη των Αλιέων, που οφείλει το όνομά της στους κατοίκους της, οι οποίοι ήταν αλιείς του πολύτιμου κοχυλιού «πορφύρα», βρίσκεται στο νότιο λόφο του κόλπου του Πορτοχελίου.

Πρωτοκατοικήθηκε στη Νεολιθική Περίοδο και εδώ στο δεύτερο τέταρτο του 5ου αι. κατέφθασαν Τιρύνθιοι πρόσφυγες οδηγώντας την πόλη στη μέγιστη ακμή της για εκατό περίπου χρόνια. Τα τείχη της Ακρόπολης των Αλιέων περικλείουν θρησκευτικό κέντρο, πυργίσκους, οικίες, αποθηκευτικούς χώρους και βιοτεχνικές εργασίες. Ερείπια του τειχισμένου λιμανιού και του ναού του Απόλλωνα σώζονται στον πυθμένα της θάλασσας ενώ τα κινητά ευρήματα που έφεραν στο φως οι ανασκαφές εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου.

Στη νότια πλευρά του κόλπου του Πορτοχελίου βρίσκεται η Ακρόπολη των Αλιέων με ένα μεγάλο τμήμα της, το βόρειο να είναι βυθισμένο στη θάλασσα.

Ο χώρος πρωτοκατοικείται από τη Νεολιθική Εποχή και εγκαταλείπεται στα τέλη του 4ου ή στις αρχές του 3ου αι. π.Χ., ενώ αργότερα οι Ρωμαίοι κατασκευάζουν θέρμες καθώς και πολυτελή έπαυλη μέσα στην αρχαία Ακρόπολη κοντά στον κυκλικό πύργο, στη βορειοανατολική πλευρά.

Σύμφωνα με τον Ηρόδοτο εδώ κατέφθασαν μετά το 479 π.Χ. διωχθέντες από τους Αργείους Τιρύνθιοι κι ενίσχυσαν τον ήδη υπάρχοντα οικισμό. Ο Ηρόδοτος επίσης αναφέρει πως το όνομα της αρχαίας αυτής πόλης (Αλιείς, Αλία, Αλίκη κ.α.) συνδέεται με την κύρια ασχολία των κατοίκων, οι οποίοι ήταν ψαράδες και συνέλεγαν κοχύλια πορφύρας τα οποία επεξεργάζονταν κι έβγαζαν την ομώνυμη χρωστική ουσία, απ’ την οποία βάφτηκαν και οι χιτώνες του Μεγάλου Αλεξάνδρου και Ρωμαίων αξιωματικών.

Η πόλη άκμασε για εκατό περίπου χρόνια (468-362 π.Χ.) κι αποτέλεσε σημαντικό κέντρο πολεμικών συγκρούσεων κατά τη διάρκεια του Πελοποννησιακού Πολέμου, μιας κι ήταν σύμμαχος τόσο των Σπαρτιατών όσο και των Αθηναίων. Είχε τακτικό σχέδιο με στενά, πύλες και δικό της νόμισμα που αποτελούσε δείγμα της οικονομικής της ευφορίας. Το λιμάνι της, ένα από τα τρία σπουδαιότερα της Ερμιονίδος και η φυσική γεωγραφική της θέση την έκαναν ξακουστή στον τότε αρχαίο κόσμο. Από εδώ εξάγονταν πορφύρα, λάδι, περίφημο κρασί.

Οι πρώτες ανασκαφές για την ανάδειξη αυτού του σημαντικού αρχαίου κόσμου ξεκίνησαν το 1958 οπότε κι ήρθαν στο φως τα πρώτα ευρήματα, ενώ συνεχίστηκαν και στις επόμενες δεκαετίες.

Τα τείχη της Ακρόπολης τα οποία κι έχουν ανασκαφεί έχουν μήκος 186μ. και πλάτος 2,50μ. κι έχουν θεμέλια από πωρόλιθο. Περικλείουν λατρευτικό κέντρο, τετραγωνικούς και κυκλικούς πυργίσκους, οικίες, αποθηκευτικούς χώρους και βιοτεχνικές εγκαταστάσεις. Παράλληλα αποκαλύφθηκαν το νεκροταφείο της αρχαίας πόλης, εργαλεία που πιστοποιούν την Προϊστορική κατοίκηση της θέσης(πρωτοελλαδική κεραμική, εργαλεία από οψιδιανό κ.α.), πλινθικά και πήλινα χρηστικά αντικείμενα, αγγεία Κλασικών χρόνων και άλλα κινητά ευρήματα τα οποία κι εκτίθενται στο Αρχαιολογικό Μουσείο Ναυπλίου. Υποθαλάσσια ωστόσο εμφανή είναι τέλος τα απομεινάρια του τειχισμένου λιμανιού και η βυθισμένη κιονοστοιχία του ναού του Απόλλωνα.

© 2017 · Psichogios Real Estate · All rights reserved​
Web Development & Design by